ΘΕΜΑ : ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑΣ ΜΕ ΜΗΤΕΡΑ
Στη συνάντησή μας αυτή ασχοληθήκαμε με ένα δύσκολο θέμα που το συναντάμε όμως όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια στα σχολεία : τη διαφωνία μεταξύ δασκάλας και γονέα μαθητή.
Για να το καταλάβουμε και να το νιώσουμε καλύτερα το θέμα, μπήκαμε σε ρόλους. Μια ομάδα έκανε τη μητέρα, άλλη ομάδα τη δασκάλα, μια τρίτη ομάδα το γιο-μαθητή Ε΄ τάξης του δημοτικού και η τέταρτη ομάδα την παρατηρήτρια.
Το στιγμιότυπο είχε ως εξής : Η μητέρα παραπονέθηκε στη δασκάλα ότι αδικεί το γιο της και του έβαλε 9 στη γεωγραφία στο Α΄ τρίμηνο. Η δασκάλα τής υπενθύμισε ότι και πέρυσι στην Δ΄ τάξη είχε δύο ( Β ) ( δηλ 8 ) σε κάποια μαθήματα και πως το Α΄ τρίμηνο ήταν «αόρατος». Αυτό δεν πτόησε τη μητέρα. Κάθε άλλο μάλιστα. Με τον τρόπο της, πίεζε τη δασκάλα να του βάλει 10, όπως έκανε εξάλλου από πέρυσι ( που ήταν πάλι η ίδια δασκάλα) . Η μητέρα ευγενικά, έμμεσα μεν, σαφώς δε, έριχνε το φταίξιμο στη δασκάλα και στα άλλα παιδιά, ενώ δικαιολογούσε συνέχεια το γιο της και δεν αναλάμβανε καμία ευθύνη. Η δασκάλα δικαιολογούσε τη θέση της και με συγκεκριμένα επιχειρήματα μάλιστα. Έδωσε στη μητέρα κάποιο «ραβασάκι» που πήρε από το γιο της την ώρα των μαθηματικών, της είπε ότι κάποιες φορές ήταν αφηρημένος, κι ότι κάποιες άλλες δεν απάντησε στις ερωτήσεις που του έκανε.
Το θέμα ξέφυγε λίγο από τα όρια, όταν η δασκάλα ξανάπιασε το γιο της να δίνει σε συμμαθητή του κι άλλο χαρτάκι. Η μητέρα ήρθε την αμέσως επόμενη ημέρα στο σχολείο, χωρίς να έχει κλείσει πρώτα, ως όφειλε, κάποιο ραντεβού με τη δασκάλα, και, για άλλη μία φορά δικαιολόγησε το γιο της ρίχνοντας το φταίξιμο στα άλλα παιδιά και στη δασκάλα, βρίσκοντας κι άλλους λόγους που επιβεβαιώνουν τη γνώμη της.
Η δασκάλα τότε, σταμάτησε την «άμυνα» ( όπως λέει η ίδια ) που έπαιζε 1,5 χρόνο με τη μητέρα και της τα είπε σε τόνο αυστηρό : δεν αναλαμβάνει ευθύνη, όλο δικαιολογεί το γιο της, βάζει ίσα κι όμοια τη γνώμη μιας 45χρονης ενήλικης με τη γνώμη ενός 10χρονου παιδιού, ότι μεροληπτεί, ότι έχει λάθος πληροφορίες και, κατά συνέπεια, βγάζει λάθος συμπεράσματα, ότι θέλει να γίνει το δικό της, ότι λέει ό,τι τη βολεύει και τη συμφέρει. Τα έλεγε δυνατά, βγήκε κι ο διευθυντής έξω, χωρίς όμως να διακόψει τη συζήτηση. Η δασκάλα τελείωσε τη συζήτηση λέγοντας ότι «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε» και να μην ανησυχεί η μητέρα, διότι η διαφωνία τους δε θα επηρεάσει τη σχέση της ( δασκάλας ) με το γιο της.
Η συζήτηση που ακολούθησε έβγαλε σπουδαία συμπεράσματα :
Για τη δασκάλα, καλό θα ήταν να μιλούσε πιο ήρεμα, αν και θεωρήθηκε ανθρώπινη, φυσιολογική κι αναμενόμενη η συμπεριφορά της, εφόσον ένιωθε αδικημένη. Ακόμα κι αν έχουμε δίκιο, το χάνουμε, όταν μιλάμε με θυμό. Χαλάει και η ( όποια ) σχέση. Η διαχείριση θυμού καθίσταται πλέον επιτακτική σε όλους μας.
Αυτό που έκανε η μητέρα στη δασκάλα, επειδή επαναλαμβανόταν, στοιχειοθετεί ακόμα και bullying ( εκφοβισμό ) κατά της δασκάλας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι δάσκαλοι να είναι πλέον εκτός από λυπημένοι και θυμωμένοι . Συνιστάται λοιπόν στους γονείς να λένε και έναν καλό λόγο για την προσφορά και τον κόπο των δασκάλων. Βοηθάει επίσης να μιλάνε υποκειμενικά ( «νομίζω, πιστεύω, είμαι της γνώμης κτλ. ) και να μην είναι απόλυτοι, βάζοντας το πιστόλι στον κρόταφο του δασκάλου, θέλοντας να του επιβάλλουν την άποψή τους. Πολύ σημαντικό είναι να δίνουν οι γονείς στα παιδιά τόση ισχύ όση τους αναλογεί, πάντα συνοδευόμενη από την αντίστοιχη ευθύνη, καθώς επίσης να τους βάζουν και όρια.
Το σίγουρο είναι πως , «όταν μαλώνουν τα βουβάλια ( γονείς μεταξύ τους, γονείς με δασκάλους ) την πληρώνουν τα βατράχια της λίμνης ( δηλ. τα παιδιά )» .
Νίκος Μαρκάκης


Αφήστε μια απάντηση